Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Stink

/stɪŋk/

noun

1. A distinctive odor that is offensively unpleasant

    synonym:
  • malodor
  • ,
  • malodour
  • ,
  • stench
  • ,
  • stink
  • ,
  • reek
  • ,
  • fetor
  • ,
  • foetor
  • ,
  • mephitis

1. Μια διακριτική οσμή που είναι επιθετικά δυσάρεστη

συνώνυμο:
  • απαλλοτρίωση,
  • δυσοσμία,
  • δυσωδία,
  • βρωμάει,
  • περιπλέκω,
  • φέρνων,
  • έμβρυο,
  • μεφίτιδα

verb

1. Be extremely bad in quality or in one's performance

  • "This term paper stinks!"
    synonym:
  • stink

1. Να είστε εξαιρετικά κακοί στην ποιότητα ή στην απόδοση κάποιου

  • "Αυτός ο όρος χαρτί βρωμάει!"
συνώνυμο:
  • βρωμάει

2. Smell badly and offensively

  • "The building reeks of smoke"
    synonym:
  • reek
  • ,
  • stink

2. Μυρίζει άσχημα και επιθετικά

  • "Το κτίριο των εβδομάδων καπνού"
συνώνυμο:
  • περιπλέκω,
  • βρωμάει

Examples of using

What stink! Are you cooking some cauliflower?
Τι βρωμερό! Μαγειρεύετε κουνουπίδι?
The socks stink.
Οι κάλτσες βρωμάνε.