Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Stinging

/stɪŋɪŋ/

noun

1. A kind of pain

  • Something as sudden and painful as being stung
  • "The sting of death"
  • "He felt the stinging of nettles"
    synonym:
  • sting
  • ,
  • stinging

1. Ένα είδος πόνου

  • Κάτι τόσο ξαφνικό και οδυνηρό όσο το τσίμπημα
  • "Το τσίμπημα του θανάτου"
  • "Ένιωσε το τσίμπημα των τσουκνίδων"
συνώνυμο:
  • τσίμπημα,
  • τσίμπημα

adjective

1. (of speech) harsh or hurtful in tone or character

  • "Cutting remarks"
  • "Edged satire"
  • "A stinging comment"
    synonym:
  • cutting
  • ,
  • edged
  • ,
  • stinging

1. ( της ομιλίας ) σκληρό ή βλαβερό σε τόνο ή χαρακτήρα

  • "Περικοπές παρατηρήσεων"
  • "Επιθετική σάτιρα"
  • "Ένα τρανταχτό σχόλιο"
συνώνυμο:
  • κοπή,
  • παραπαίουν,
  • τσίμπημα

Examples of using

I have a stinging pain here.
Έχω έναν πόνο εδώ.