Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Sternness

/stərnnəs/

noun

1. The quality (as of scenery) being grim and gloomy and forbidding

  • "The sternness of his surroundings made him uncomfortable"
    synonym:
  • sternness

1. Η ποιότητα ( του τοπίου) είναι ζοφερή και ζοφερή και απαγορευτική

  • "Η αυστηρότητα του περιβάλλοντός του τον έκανε να νιώθει άβολα"
συνώνυμο:
  • αυστηρότητα

2. Uncompromising resolution

    synonym:
  • sternness
  • ,
  • strictness

2. Ασυμβίβαστη απόφαση

συνώνυμο:
  • αυστηρότητα,
  • αυστηρότητα