Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Stealth

/stɛlθ/

noun

1. Avoiding detection by moving carefully

    synonym:
  • stealth
  • ,
  • stealing

1. Αποφεύγοντας την ανίχνευση μετακινώντας προσεκτικά

συνώνυμο:
  • απόκρυψη,
  • κλοπή