Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Steadfastly

/stɛdfæstli/

adverb

1. With resolute determination

  • "We firmly believed it"
  • "You must stand firm"
    synonym:
  • firm
  • ,
  • firmly
  • ,
  • steadfastly
  • ,
  • unwaveringly

1. Με αποφασιστική αποφασιστικότητα

  • "Το πιστεύαμε ακράδαντα"
  • "Πρέπει να είσαι σταθερός"
συνώνυμο:
  • σταθερός,
  • σταθερά,
  • σταθερά,
  • ακλόνητα