Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Station

/steʃən/

noun

1. A facility equipped with special equipment and personnel for a particular purpose

  • "He started looking for a gas station"
  • "The train pulled into the station"
    synonym:
  • station

1. Εγκατάσταση εξοπλισμένη με ειδικό εξοπλισμό και προσωπικό για συγκεκριμένο σκοπό

  • "Αρχίζει να ψάχνει για βενζινάδικο"
  • "Το τρένο τραβήχτηκε στο σταθμό"
συνώνυμο:
  • σταθμός

2. Proper or designated social situation

  • "He overstepped his place"
  • "The responsibilities of a man in his station"
  • "Married above her station"
    synonym:
  • place
  • ,
  • station

2. Σωστή ή καθορισμένη κοινωνική κατάσταση

  • "Υπερέβη τη θέση του"
  • "Οι ευθύνες ενός ανθρώπου στο σταθμό του"
  • "Παντρεμένος πάνω από το σταθμό της"
συνώνυμο:
  • τοποθετώ,
  • σταθμός

3. (nautical) the location to which a ship or fleet is assigned for duty

    synonym:
  • station

3. (ναυτ) η θέση στην οποία έχει ανατεθεί πλοίο ή στόλος για καθήκον

συνώνυμο:
  • σταθμός

4. The position where someone (as a guard or sentry) stands or is assigned to stand

  • "A soldier manned the entrance post"
  • "A sentry station"
    synonym:
  • post
  • ,
  • station

4. Η θέση όπου στέκεται κάποιος (ας φύλακας ή σεντρι) ή έχει ανατεθεί να σταθεί

  • "Ένας στρατιώτης επάνδρωσε τη θέση εισόδου"
  • "Σταθμός εστίασης"
συνώνυμο:
  • δημοσιεύω,
  • σταθμός

5. The frequency assigned to a broadcasting station

    synonym:
  • station

5. Η συχνότητα που ανατίθεται σε ένα σταθμό ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης

συνώνυμο:
  • σταθμός

verb

1. Assign to a station

    synonym:
  • station
  • ,
  • post
  • ,
  • send
  • ,
  • place

1. Αντιστοίχιση σε ένα σταθμό

συνώνυμο:
  • σταθμός,
  • δημοσιεύω,
  • αποστολή,
  • τοποθετώ

Examples of using

Can you drive me to the station?
Μπορείς να με πας στο σταθμό?
John ran like crazy to the train station to catch the last train.
Ο Τζον έτρεξε σαν τρελός στο σιδηροδρομικό σταθμό για να πιάσει το τελευταίο τρένο.
We'll meet her tomorrow at the station.
Θα τη συναντήσουμε αύριο στο σταθμό.