Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Stare

/stɛr/

noun

1. A fixed look with eyes open wide

    synonym:
  • stare

1. Μια σταθερή εμφάνιση με τα μάτια ανοιχτά

συνώνυμο:
  • κοιτάζω

verb

1. Look at with fixed eyes

  • "The students stared at the teacher with amazement"
    synonym:
  • gaze
  • ,
  • stare

1. Κοιτάξτε με σταθερά μάτια

  • "Οι μαθητές κοίταξαν το δάσκαλο με έκπληξη"
συνώνυμο:
  • βλέμμα,
  • κοιτάζω

2. Fixate one's eyes

  • "The ancestor in the painting is staring down menacingly"
    synonym:
  • stare

2. Φτιάξε τα μάτια κάποιου

  • "Ο πρόγονος στον πίνακα κοιτάζει απειλητικά"
συνώνυμο:
  • κοιτάζω

Examples of using

Don't look at me, don't stare at me, demon, don't stare, I can't bear it!
Μη με κοιτάς, μη με κοιτάς, δαίμονα, μην κοιτάς, δεν μπορώ να το αντέξω!
It isn't polite to stare at people.
Δεν είναι ευγενικό να κοιτάς τους ανθρώπους.