Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Stapler

/stepələr/

noun

1. A machine that inserts staples into sheets of paper in order to fasten them together

    synonym:
  • stapler
  • ,
  • stapling machine

1. Μια μηχανή που εισάγει συρραπτικά σε φύλλα χαρτιού για να τα στερεώσει μαζί

συνώνυμο:
  • συρραπτικό,
  • μηχανή συρραπτικής

Examples of using

Can you lend me a stapler?
Μπορείτε να μου δανείσετε ένα συρραπτικό?
Can't you see a stapler somewhere around there?
Δεν μπορείτε να δείτε ένα συρραπτικό κάπου εκεί γύρω?
Will you please lend me a stapler?
Θα μου δανείσετε ένα συρραπτικό?