Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Standardized

/stændərdaɪzd/

adjective

1. Brought into conformity with a standard

  • "Standardized education"
    synonym:
  • standardized
  • ,
  • standardised

1. Να συμμορφώνεται με ένα πρότυπο

  • "Τυποποιημένη εκπαίδευση"
συνώνυμο:
  • τυποποιημένο,
  • τυποποιημένο

2. Capable of replacing or changing places with something else

  • Permitting mutual substitution without loss of function or suitability
  • "Interchangeable electric outlets" "interchangeable parts"
    synonym:
  • exchangeable
  • ,
  • interchangeable
  • ,
  • similar
  • ,
  • standardized
  • ,
  • standardised

2. Ικανό να αντικαταστήσει ή να αλλάξει θέσεις με κάτι άλλο

  • Επιτρέποντας την αμοιβαία υποκατάσταση χωρίς απώλεια λειτουργίας ή καταλληλότητας
  • "Ανταλλάξιμες ηλεκτρικές έξοδοι" "ανταλλάξιμα μέρη"
συνώνυμο:
  • ανταλλάξιμοσ,
  • εναλλάξιμοσ,
  • παρόμοιος,
  • τυποποιημένο,
  • τυποποιημένο

Examples of using

The scores are standardized.
Οι βαθμολογίες είναι τυποποιημένες.