Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Squeaking

/skwikɪŋ/

adjective

1. Having or making a high-pitched sound such as that made by a mouse or a rusty hinge

    synonym:
  • screaky
  • ,
  • screechy
  • ,
  • squeaking
  • ,
  • squeaky
  • ,
  • squealing

1. Έχοντας ή κάνοντας έναν υψηλό ήχο όπως αυτός που γίνεται από ένα ποντίκι ή ένα σκουριασμένο μεντεσέ

συνώνυμο:
  • τραχύσ,
  • αναβλητικόσ,
  • τσιρίζω,
  • τσιρίζω,
  • αποτέφρωση