Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Sprout

/spraʊt/

noun

1. Any new growth of a plant such as a new branch or a bud

    synonym:
  • sprout

1. Οποιαδήποτε νέα ανάπτυξη ενός φυτού, όπως ένα νέο κλαδί ή ένα μπουμπούκι

συνώνυμο:
  • βλαστάρι

2. A newly grown bud (especially from a germinating seed)

    synonym:
  • sprout

2. Ένα νεοαναπτυσσόμενο μπουμπούκι (ειδικά από έναν βλαστημένο σπόρο)

συνώνυμο:
  • βλαστάρι

verb

1. Produce buds, branches, or germinate

  • "The potatoes sprouted"
    synonym:
  • shoot
  • ,
  • spud
  • ,
  • germinate
  • ,
  • pullulate
  • ,
  • bourgeon
  • ,
  • burgeon forth
  • ,
  • sprout

1. Παράγετε μπουμπούκια, κλαδιά ή βλαστάνετε

  • "Οι πατάτες βλάστησαν"
συνώνυμο:
  • πυροβολώ,
  • πουλί,
  • βλασταίνω,
  • τραβώ,
  • μπουργκόν,
  • εκβάλλω,
  • βλαστάρι

2. Put forth and grow sprouts or shoots

  • "The plant sprouted early this year"
    synonym:
  • sprout
  • ,
  • stock

2. Βάλτε και αναπτύξτε λάχανα ή βλαστούς

  • "Το φυτό βλάστησε νωρίς φέτος"
συνώνυμο:
  • βλαστάρι,
  • απόθεμα