Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Spool

/spul/

noun

1. A winder around which thread or tape or film or other flexible materials can be wound

    synonym:
  • bobbin
  • ,
  • spool
  • ,
  • reel

1. Ένας περιέλιξης γύρω από το οποίο το νήμα ή η ταινία ή άλλα εύκαμπτα υλικά μπορούν να τυλιχτούν

συνώνυμο:
  • μπόμπιν,
  • παπαγάλοσ,
  • εξελίσσω

verb

1. Transfer data intended for a peripheral device (usually a printer) into temporary storage

    synonym:
  • spool

1. Μεταφορά δεδομένων που προορίζονται για μια περιφερειακή συσκευή (συνήθως έναν εκτυπωτή) σε προσωρινή αποθήκευση

συνώνυμο:
  • παπαγάλοσ

2. Wind onto a spool or a reel

    synonym:
  • spool

2. Ανεμοδαρμένος σε ένα στροφίο ή έναν κύλινδρο

συνώνυμο:
  • παπαγάλοσ

Examples of using

Please give me a spool of white thread.
Σε παρακαλώ δώσε μου ένα στροφίο λευκό νήμα.