Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Spook

/spuk/

noun

1. Someone unpleasantly strange or eccentric

    synonym:
  • creep
  • ,
  • weirdo
  • ,
  • weirdie
  • ,
  • weirdy
  • ,
  • spook

1. Κάποιος δυσάρεστα παράξενος ή εκκεντρικός

συνώνυμο:
  • σέρνω,
  • παράξενο,
  • περίεργος,
  • παράξενοσ,
  • παρακινήθηκε

2. A mental representation of some haunting experience

  • "He looked like he had seen a ghost"
  • "It aroused specters from his past"
    synonym:
  • ghost
  • ,
  • shade
  • ,
  • spook
  • ,
  • wraith
  • ,
  • specter
  • ,
  • spectre

2. Μια ψυχική αναπαράσταση κάποιας στοιχειωτικής εμπειρίας

  • "Φαινόταν σαν να είχε δει ένα φάντασμα"
  • "Προκάλεσε φαντάσματα από το παρελθόν του"
συνώνυμο:
  • φάντασμα,
  • σκιά,
  • παρακινήθηκε,
  • τύλιγμα,
  • φάντασμα,
  • φάντασμα

verb

1. Frighten or scare, and often provoke into a violent action

  • "The noise spooked the horse"
    synonym:
  • spook

1. Φοβίστε ή τρομάξτε, και συχνά προκαλέστε σε μια βίαιη δράση

  • "Ο θόρυβος τρόμαξε το άλογο"
συνώνυμο:
  • παρακινήθηκε