Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Spitting

/spɪtɪŋ/

noun

1. The act of spitting (forcefully expelling saliva)

    synonym:
  • spit
  • ,
  • spitting
  • ,
  • expectoration

1. Η πράξη του φτυσίματος (δυναμικά αποβάλλοντας το σάλιο)

συνώνυμο:
  • σούβλα,
  • φτύσιμο,
  • αποβλήτωση

Examples of using

The penalty for spitting is five pounds.
Η ποινή για το φτύσιμο είναι πέντε κιλά.