Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Spatial

/speʃəl/

adjective

1. Pertaining to or involving or having the nature of space

  • "The first dimension to concentrate on is the spatial one"
  • "Spatial ability"
  • "Spatial awareness"
  • "The spatial distribution of the population"
    synonym:
  • spatial
  • ,
  • spacial

1. Που αφορούν ή εμπλέκουν ή έχουν τη φύση του χώρου

  • "Η πρώτη διάσταση στην οποία πρέπει να επικεντρωθούμε είναι η χωρική"
  • "Χωρική ικανότητα"
  • "Χωρική επίγνωση"
  • "Η χωρική κατανομή του πληθυσμού"
συνώνυμο:
  • χωρικόσ,
  • χωρικό

Examples of using

She has no spatial awareness.
Δεν έχει χωρική επίγνωση.
He has no spatial awareness.
Δεν έχει χωρική επίγνωση.