Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Spacious

/speʃəs/

adjective

1. Very large in expanse or scope

  • "A broad lawn"
  • "The wide plains"
  • "A spacious view"
  • "Spacious skies"
    synonym:
  • broad
  • ,
  • spacious
  • ,
  • wide

1. Πολύ μεγάλο σε έκταση ή πεδίο εφαρμογής

  • "Ένας ευρύς χορτοτάπητας"
  • "Οι μεγάλες πεδιάδες"
  • "Ευρύχωρη θέα"
  • "Ευρύχωροι ουρανοί"
συνώνυμο:
  • ευρύς,
  • ευρύχωρος,
  • ευρύς

2. (of buildings and rooms) having ample space

  • "A roomy but sparsely furnished apartment"
  • "A spacious ballroom"
    synonym:
  • roomy
  • ,
  • spacious

2. ( των κτιρίων και των δωματίων) με άφθονο χώρο

  • "Ένα ευρύχωρο αλλά αραιά επιπλωμένο διαμέρισμα"
  • "Μια ευρύχωρη αίθουσα χορού"
συνώνυμο:
  • ευρύχωροσ,
  • ευρύχωρος

Examples of using

Father made our living room more spacious.
Ο πατέρας έκανε το σαλόνι μας πιο ευρύχωρο.
Their dining room is very spacious.
Η τραπεζαρία τους είναι πολύ ευρύχωρη.
The room is spacious and light.
Το δωμάτιο είναι ευρύχωρο και ελαφρύ.