Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "space" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "χώρος" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Space

[Διάστημα]
/spes/

noun

1. The unlimited expanse in which everything is located

  • "They tested his ability to locate objects in space"
  • "The boundless regions of the infinite"
    synonym:
  • space
  • ,
  • infinite

1. Η απεριόριστη έκταση στην οποία βρίσκονται τα πάντα

  • "Εξέτασαν την ικανότητά του να εντοπίζει αντικείμενα στο διάστημα"
  • "Οι απεριόριστες περιοχές του άπειρου"
συνώνυμο:
  • χώρος,
  • άπειρος

2. An empty area (usually bounded in some way between things)

  • "The architect left space in front of the building"
  • "They stopped at an open space in the jungle"
  • "The space between his teeth"
    synonym:
  • space

2. Μια κενή περιοχή (συνήθως οριοθετείται με κάποιο τρόπο μεταξύ των πραγμάτων)

  • "Ο αρχιτέκτονας άφησε χώρο μπροστά από το κτίριο"
  • "Σταμάτησαν σε έναν ανοιχτό χώρο στη ζούγκλα"
  • "Ο χώρος ανάμεσα στα δόντια του"
συνώνυμο:
  • χώρος

3. An area reserved for some particular purpose

  • "The laboratory's floor space"
    synonym:
  • space

3. Μια περιοχή που προορίζεται για κάποιο συγκεκριμένο σκοπό

  • "Ο χώρος δαπέδου του εργαστηρίου"
συνώνυμο:
  • χώρος

4. Any location outside the earth's atmosphere

  • "The astronauts walked in outer space without a tether"
  • "The first major milestone in space exploration was in 1957, when the ussr's sputnik 1 orbited the earth"
    synonym:
  • outer space
  • ,
  • space

4. Οποιαδήποτε τοποθεσία έξω από την ατμόσφαιρα της γης

  • "Οι αστροναύτες περπάτησαν στο διάστημα χωρίς πρόσδεση"
  • "Το πρώτο σημαντικό ορόσημο στην εξερεύνηση του διαστήματος ήταν το 1957, όταν το σπούτνικ 1 της εσσδ περιστρέφεται γύρω από"
συνώνυμο:
  • εξωτερικό διάστημα,
  • χώρος

5. A blank character used to separate successive words in writing or printing

  • "He said the space is the most important character in the alphabet"
    synonym:
  • space
  • ,
  • blank

5. Ένας κενός χαρακτήρας που χρησιμοποιείται για το διαχωρισμό διαδοχικών λέξεων γραπτώς ή εκτύπωσης

  • "Είπε ότι ο χώρος είναι ο πιο σημαντικός χαρακτήρας στο αλφάβητο"
συνώνυμο:
  • χώρος,
  • κενό

6. The interval between two times

  • "The distance from birth to death"
  • "It all happened in the space of 10 minutes"
    synonym:
  • distance
  • ,
  • space

6. Το διάστημα μεταξύ δύο φορές

  • "Η απόσταση από τη γέννηση μέχρι το θάνατο"
  • "Όλα έγιναν σε διάστημα 10 λεπτών"
συνώνυμο:
  • απόσταση,
  • χώρος

7. A blank area

  • "Write your name in the space provided"
    synonym:
  • space
  • ,
  • blank space
  • ,
  • place

7. Μια κενή περιοχή

  • "Γράψτε το όνομά σας στο χώρο που παρέχεται"
συνώνυμο:
  • χώρος,
  • κενός χώρος,
  • τοποθετώ

8. One of the areas between or below or above the lines of a musical staff

  • "The spaces are the notes f-a-c-e"
    synonym:
  • space

8. Μία από τις περιοχές μεταξύ ή κάτω ή πάνω από τις γραμμές ενός μουσικού προσωπικού

  • "Οι χώροι είναι οι σημειώσεις φ-α-ε"
συνώνυμο:
  • χώρος

9. (printing) a block of type without a raised letter

  • Used for spacing between words or sentences
    synonym:
  • quad
  • ,
  • space

9. (εκτύπωση) ένα μπλοκ τύπου χωρίς ανυψωμένο γράμμα

  • Χρησιμοποιείται για την απόσταση μεταξύ λέξεων ή προτάσεων
συνώνυμο:
  • τετραγωνίζω,
  • χώρος

verb

1. Place at intervals

  • "Space the interviews so that you have some time between the different candidates"
    synonym:
  • space

1. Τοποθετήστε το σε διαστήματα

  • "Τοποθετήστε τις συνεντεύξεις έτσι ώστε να έχετε κάποιο χρόνο μεταξύ των διαφόρων υποψηφίων"
συνώνυμο:
  • χώρος

Examples of using

I need more space.
Χρειάζομαι περισσότερο χώρο.
Our imagination lets us travel around space.
Η φαντασία μας μας επιτρέπει να ταξιδεύουμε στο διάστημα.
I need this space.
Χρειάζομαι αυτό το χώρο.