Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Southerly

/səðərli/

noun

1. A wind from the south

    synonym:
  • south wind
  • ,
  • souther
  • ,
  • southerly

1. Ένας άνεμος από το νότο

συνώνυμο:
  • νότιος άνεμος,
  • νότιος,
  • νότια

adjective

1. Situated in or oriented toward the south

  • "A southern exposure"
  • "Took a southerly course"
    synonym:
  • southerly
  • ,
  • southern

1. Βρίσκεται ή προσανατολίζεται προς το νότο

  • "Μια νότια έκθεση"
  • "Πήρα ένα νότιο μάθημα"
συνώνυμο:
  • νότια,
  • νότιος

2. From the south

  • Used especially of wind
  • "A hot southerly wind"
  • "Southern breezes"
  • "The winds are southerly"
    synonym:
  • southerly
  • ,
  • southern

2. Από το νότο

  • Χρησιμοποιείται ειδικά από τον άνεμο
  • "Ένας ζεστός νότιος άνεμος"
  • "Νότια παγώνει"
  • "Οι άνεμοι είναι νότιοι"
συνώνυμο:
  • νότια,
  • νότιος

adverb

1. Toward the south

  • "The ship turned southerly"
    synonym:
  • southerly
  • ,
  • southward
  • ,
  • southwards

1. Προς το νότο

  • "Το πλοίο έγινε νότια"
συνώνυμο:
  • νότια,
  • νότια,
  • νότια

2. From the south

  • "A wind blew southerly"
    synonym:
  • southerly

2. Από το νότο

  • "Ένας άνεμος φύσηξε νότια"
συνώνυμο:
  • νότια