Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Sound

/saʊnd/

noun

1. The particular auditory effect produced by a given cause

  • "The sound of rain on the roof"
  • "The beautiful sound of music"
    synonym:
  • sound

1. Το ιδιαίτερο ακουστικό αποτέλεσμα που παράγεται από μια δεδομένη αιτία

  • "Ο ήχος της βροχής στην οροφή"
  • "Ο όμορφος ήχος της μουσικής"
συνώνυμο:
  • ήχος

2. The subjective sensation of hearing something

  • "He strained to hear the faint sounds"
    synonym:
  • sound
  • ,
  • auditory sensation

2. Η υποκειμενική αίσθηση του να ακούς κάτι

  • "Τεντώθηκε να ακούσει τους αχνούς ήχους"
συνώνυμο:
  • ήχος,
  • ακουστική αίσθηση

3. Mechanical vibrations transmitted by an elastic medium

  • "Falling trees make a sound in the forest even when no one is there to hear them"
    synonym:
  • sound

3. Μηχανικές δονήσεις που μεταδίδονται από ένα ελαστικό μέσο

  • "Τα δέντρα που πέφτουν κάνουν έναν ήχο στο δάσος ακόμα και όταν κανείς δεν είναι εκεί για να τα ακούσει"
συνώνυμο:
  • ήχος

4. The sudden occurrence of an audible event

  • "The sound awakened them"
    synonym:
  • sound

4. Η ξαφνική εμφάνιση ενός ακουστικού γεγονότος

  • "Ο ήχος τους ξύπνησε"
συνώνυμο:
  • ήχος

5. The audible part of a transmitted signal

  • "They always raise the audio for commercials"
    synonym:
  • audio
  • ,
  • sound

5. Το ακουστικό μέρος ενός μεταδιδόμενου σήματος

  • "Αυξάνουν πάντα τον ήχο για διαφημίσεις"
συνώνυμο:
  • ήχος,
  • ήχος

6. (phonetics) an individual sound unit of speech without concern as to whether or not it is a phoneme of some language

    synonym:
  • phone
  • ,
  • speech sound
  • ,
  • sound

6. (φωνητική) μια μεμονωμένη ηχητική μονάδα ομιλίας χωρίς να ανησυχείτε για το αν είναι ή όχι ένα φώνημα κάποιας γλώσσας

συνώνυμο:
  • τηλέφωνο,
  • ομιλία,
  • ήχος

7. A narrow channel of the sea joining two larger bodies of water

    synonym:
  • strait
  • ,
  • sound

7. Ένα στενό κανάλι της θάλασσας που ενώνει δύο μεγαλύτερα σώματα νερού

συνώνυμο:
  • στενός,
  • ήχος

8. A large ocean inlet or deep bay

  • "The main body of the sound ran parallel to the coast"
    synonym:
  • sound

8. Ένας μεγάλος ωκεάνιος κολπίσκος ή ένας βαθύς κόλπος

  • "Το κύριο σώμα του ήχου έτρεξε παράλληλα με την ακτή"
συνώνυμο:
  • ήχος

verb

1. Appear in a certain way

  • "This sounds interesting"
    synonym:
  • sound

1. Εμφανίζονται με έναν συγκεκριμένο τρόπο

  • "Αυτό ακούγεται ενδιαφέρον"
συνώνυμο:
  • ήχος

2. Make a certain noise or sound

  • "She went `mmmmm'"
  • "The gun went `bang'"
    synonym:
  • sound
  • ,
  • go

2. Κάντε έναν συγκεκριμένο θόρυβο ή ήχο

  • "Έφυγε `μμμ'"
  • "Το όπλο πήγε `καμπά'"
συνώνυμο:
  • ήχος,
  • πηγαίνω

3. Give off a certain sound or sounds

  • "This record sounds scratchy"
    synonym:
  • sound

3. Εκπέμπει έναν συγκεκριμένο ήχο ή ήχο

  • "Αυτό το ρεκόρ ακούγεται απεχθές"
συνώνυμο:
  • ήχος

4. Announce by means of a sound

  • "Sound the alarm"
    synonym:
  • sound

4. Ανακοινώστε μέσω ενός ήχου

  • "Ήχος ο συναγερμός"
συνώνυμο:
  • ήχος

5. Utter with vibrating vocal chords

    synonym:
  • voice
  • ,
  • sound
  • ,
  • vocalize
  • ,
  • vocalise

5. Προφορά με δονούμενες φωνητικές χορδές

συνώνυμο:
  • φωνή,
  • ήχος,
  • φωνάζω,
  • εκφωνώ

6. Cause to sound

  • "Sound the bell"
  • "Sound a certain note"
    synonym:
  • sound

6. Αιτία ήχου

  • "Ακούστε το κουδούνι"
  • "Ήχος μια συγκεκριμένη νότα"
συνώνυμο:
  • ήχος

7. Measure the depth of (a body of water) with a sounding line

    synonym:
  • fathom
  • ,
  • sound

7. Μετρήστε το βάθος του σώματος ( του νερού) με μια ηχητική γραμμή

συνώνυμο:
  • φατόμ,
  • ήχος

adjective

1. Financially secure and safe

  • "Sound investments"
  • "A sound economy"
    synonym:
  • sound

1. Οικονομικά ασφαλής και ασφαλής

  • "Επενδύσεις ήχου"
  • "Μια υγιής οικονομία"
συνώνυμο:
  • ήχος

2. Exercising or showing good judgment

  • "Healthy scepticism"
  • "A healthy fear of rattlesnakes"
  • "The healthy attitude of french laws"
  • "Healthy relations between labor and management"
  • "An intelligent solution"
  • "A sound approach to the problem"
  • "Sound advice"
  • "No sound explanation for his decision"
    synonym:
  • healthy
  • ,
  • intelligent
  • ,
  • levelheaded
  • ,
  • level-headed
  • ,
  • sound

2. Άσκηση ή επίδειξη καλής κρίσης

  • "Υγιής σκεπτικισμός"
  • "Ένας υγιής φόβος των κροταλίων"
  • "Η υγιής στάση των γαλλικών νόμων"
  • "Υγιείς σχέσεις μεταξύ εργασίας και διαχείρισης"
  • "Μια έξυπνη λύση"
  • "Μια καλή προσέγγιση του προβλήματος"
  • "Ηχητική συμβουλή"
  • "Δεν υπάρχει καμία εξήγηση για την απόφασή του"
συνώνυμο:
  • υγιής,
  • έξυπνος,
  • επίπεδη,
  • επίπεδη,
  • ήχος

3. In good condition

  • Free from defect or damage or decay
  • "A sound timber"
  • "The wall is sound"
  • "A sound foundation"
    synonym:
  • sound

3. Σε καλή κατάσταση

  • Απαλλαγμένος από το ελάττωμα ή τη ζημία ή τη διάσπαση
  • "Ηχητική ξυλεία"
  • "Ο τοίχος είναι ήχος"
  • "Ένα υγιές θεμέλιο"
συνώνυμο:
  • ήχος

4. In excellent physical condition

  • "Good teeth"
  • "I still have one good leg"
  • "A sound mind in a sound body"
    synonym:
  • good
  • ,
  • sound

4. Σε άριστη φυσική κατάσταση

  • "Καλά δόντια"
  • "Έχω ακόμα ένα καλό πόδι"
  • "Ένα ηχητικό μυαλό σε ένα ηχητικό σώμα"
συνώνυμο:
  • καλός,
  • ήχος

5. Logically valid

  • "A sound argument"
    synonym:
  • reasoned
  • ,
  • sound
  • ,
  • well-grounded

5. Λογικά έγκυρη

  • "Ένα υγιές επιχείρημα"
συνώνυμο:
  • αιτιολογημένος,
  • ήχος,
  • καλά γειωμένο

6. Having legal efficacy or force

  • "A sound title to the property"
    synonym:
  • legal
  • ,
  • sound
  • ,
  • effectual

6. Νομική αποτελεσματικότητα ή δύναμη

  • "Ένας υγιής τίτλος στην ιδιοκτησία"
συνώνυμο:
  • νόμιμος,
  • ήχος,
  • αποτελεσματικόσ

7. Free from moral defect

  • "A man of sound character"
    synonym:
  • sound

7. Απαλλαγμένος από το ηθικό ελάττωμα

  • "Ένας άνθρωπος του ηχητικού χαρακτήρα"
συνώνυμο:
  • ήχος

8. (of sleep) deep and complete

  • "A heavy sleep"
  • "Fell into a profound sleep"
  • "A sound sleeper"
  • "Deep wakeless sleep"
    synonym:
  • heavy
  • ,
  • profound
  • ,
  • sound
  • ,
  • wakeless

8. ( του ύπνου) βαθιά και πλήρης

  • "Βαρύς ύπνος"
  • "Πέφτουν σε έναν βαθύ ύπνο"
  • "Ένας κοιμώμενος ήχος"
  • "Βαθύς ανεξαιρέτως ύπνος"
συνώνυμο:
  • βαρύς,
  • βαθύς,
  • ήχος,
  • ανεξαιρέτωσ

9. Thorough

  • "A sound thrashing"
    synonym:
  • sound

9. Λεπτομερέσ

  • "Ένας ήχος που ανατρίχιαζε"
συνώνυμο:
  • ήχος

Examples of using

One's own name is the sweetest and the most important sound in the world for anybody.
Το όνομά του είναι ο πιο γλυκός και ο πιο σημαντικός ήχος στον κόσμο για τον καθένα.
What sound does a giraffe make?
Τι ήχο κάνει μια καμηλοπάρδαλη?
When I entered the plane and counted eight infants, I understandably felt worse, and my hope for sound sleep winced and hid in the corner of my subconsciousness.
Όταν μπήκα στο αεροπλάνο και μέτρησα οκτώ βρέφη, ένιωσα κατανοητά χειρότερα και η ελπίδα μου για ύπνο κερδίζει και κρύβεται.