Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Sorry

/sɑri/

adjective

1. Feeling or expressing regret or sorrow or a sense of loss over something done or undone

  • "Felt regretful over his vanished youth"
  • "Regretful over mistakes she had made"
  • "He felt bad about breaking the vase"
    synonym:
  • regretful
  • ,
  • sorry
  • ,
  • bad

1. Αίσθημα ή έκφραση λύπης ή θλίψης ή αίσθηση απώλειας για κάτι που γίνεται ή αναιρεθεί

  • "Αισθάνθηκε λυπημένος για την εξαφανισμένη νεολαία του"
  • "Είναι πολύ καλά για τα λάθη που είχε κάνει"
  • "Αισθάνθηκε άσχημα για το σπάσιμο του βάζου"
συνώνυμο:
  • λυπηρός,
  • συγγνώμη,
  • κακός

2. Bad

  • Unfortunate
  • "My finances were in a deplorable state"
  • "A lamentable decision"
  • "Her clothes were in sad shape"
  • "A sorry state of affairs"
    synonym:
  • deplorable
  • ,
  • distressing
  • ,
  • lamentable
  • ,
  • pitiful
  • ,
  • sad
  • ,
  • sorry

2. Κακός

  • Ατυχής
  • "Τα οικονομικά μου ήταν σε άθλια κατάσταση"
  • "Θλιβερή απόφαση"
  • "Τα ρούχα της ήταν σε θλιβερή κατάσταση"
  • "Λυπηρή κατάσταση"
συνώνυμο:
  • αξιοθρήνητοσ,
  • δυσφημιστικόσ,
  • λυπημένος,
  • αξιολύπητος,
  • λυπημένος,
  • συγγνώμη

3. Without merit

  • "A sorry horse"
  • "A sorry excuse"
  • "A lazy no-count, good-for-nothing goldbrick"
  • "The car was a no-good piece of junk"
    synonym:
  • good-for-nothing
  • ,
  • good-for-naught
  • ,
  • meritless
  • ,
  • no-account
  • ,
  • no-count
  • ,
  • no-good
  • ,
  • sorry

3. Χωρίς αξία

  • "Λυπάμαι άλογο"
  • "Συγγνώμη"
  • "Ένας τεμπέλης χωρίς μέτρηση, καλός για τίποτα χρυσότριχα"
  • "Το αυτοκίνητο ήταν ένα καλό κομμάτι σκουπίδια"
συνώνυμο:
  • καλό για τίποτα,
  • καλό για παραβίαση,
  • ανάξιος,
  • χωρίς λογαριασμό,
  • αμέτρητος,
  • όχι καλό,
  • συγγνώμη

4. Causing dejection

  • "A blue day"
  • "The dark days of the war"
  • "A week of rainy depressing weather"
  • "A disconsolate winter landscape"
  • "The first dismal dispiriting days of november"
  • "A dark gloomy day"
  • "Grim rainy weather"
    synonym:
  • blue
  • ,
  • dark
  • ,
  • dingy
  • ,
  • disconsolate
  • ,
  • dismal
  • ,
  • gloomy
  • ,
  • grim
  • ,
  • sorry
  • ,
  • drab
  • ,
  • drear
  • ,
  • dreary

4. Προκαλώντας απόρριψη

  • "Μια μπλε μέρα"
  • "Οι σκοτεινές μέρες του πολέμου"
  • "Μια εβδομάδα βροχερού καταθλιπτικού καιρού"
  • "Ένα απαρηγόρητο χειμερινό τοπίο"
  • "Οι πρώτες θλιβερές μέρες του νοεμβρίου"
  • "Μια σκοτεινή ζοφερή μέρα"
  • "Βροχερός καιρός"
συνώνυμο:
  • μπλε,
  • σκοτεινός,
  • ντίνγκε,
  • αποσυναρμολογώ,
  • αποθαρρυντικός,
  • ζοφερόσ,
  • γκρινιάζω,
  • συγγνώμη,
  • παραληρώ,
  • ντρέαρ,
  • θλιβερός

Examples of using

I'm very sorry for what I've done.
Λυπάμαι πολύ για αυτό που έκανα.
What are you sorry about?
Για τι λυπάσαι?
I'm sorry to have caused you all this trouble.
Λυπάμαι που σου προκάλεσα όλο αυτό το πρόβλημα.