Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Sonar

/soʊnɑr/

noun

1. A measuring instrument that sends out an acoustic pulse in water and measures distances in terms of the time for the echo of the pulse to return

  • "Sonar is an acronym for sound navigation ranging"
  • "Asdic is an acronym for antisubmarine detection investigation committee"
    synonym:
  • sonar
  • ,
  • echo sounder
  • ,
  • asdic

1. Ένα όργανο μέτρησης που στέλνει έναν ακουστικό παλμό στο νερό και μετρά τις αποστάσεις όσον αφορά το χρόνο για να επιστρέψει η ηχώ

  • "Το σόναρ είναι ένα ακρωνύμιο για την ηχητική πλοήγηση που κυμαίνεται"
  • "Η άσντιτς είναι ένα ακρωνύμιο για την επιτροπή έρευνας ανίχνευσης αντισημβρινών"
συνώνυμο:
  • σόναρ,
  • ηχώ βυθίζω,
  • ασδικέσ