Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Sometime

/səmtaɪm/

adjective

1. Belonging to some prior time

  • "Erstwhile friend"
  • "Our former glory"
  • "The once capital of the state"
  • "Her quondam lover"
    synonym:
  • erstwhile(a)
  • ,
  • former(a)
  • ,
  • old
  • ,
  • onetime(a)
  • ,
  • one-time(a)
  • ,
  • quondam(a)
  • ,
  • sometime(a)

1. Ανήκει σε κάποια προηγούμενη φορά

  • "Εν τω μεταξύ φίλος"
  • "Η πρώην δόξα μας"
  • "Το κάποτε κεφάλαιο του κράτους"
  • "Ο εραστής της κουοντάμ"
συνώνυμο:
  • προηγούμενη(α)α,
  • πρωτ(,
  • παλαιός,
  • ονεβιρο(α),
  • εφάπαξ(,
  • κονδαμ(α,
  • κάποια στιγμή()

adverb

1. At some indefinite or unstated time

  • "Let's get together sometime"
  • "Everything has to end sometime"
  • "It was to be printed sometime later"
    synonym:
  • sometime

1. Σε κάποιο αόριστο ή μη ανασταλτικό χρόνο

  • "Ας ενωθούμε κάποια στιγμή"
  • "Όλα πρέπει να τελειώσουν κάποια στιγμή"
  • "Έπρεπε να τυπωθεί λίγο αργότερα"
συνώνυμο:
  • κάποια στιγμή

Examples of using

"A new cafe has opened up in front of the train station. Wouldn't you like to go there with me sometime?" "Of course! When would be good for you?"
"Ένα νέο καφέ έχει ανοίξει μπροστά από το σιδηροδρομικό σταθμό. Δεν θα θέλατε να πάτε εκεί μαζί μου κάποια στιγμή?" "Φυσικά! Πότε θα ήταν καλό για σένα?"
Everything comes to an end sometime.
Όλα τελειώνουν κάποια στιγμή.
Look me up sometime.
Κοίτα με κάποια στιγμή.