Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Snooze

/snuz/

noun

1. Sleeping for a short period of time (usually not in bed)

    synonym:
  • nap
  • ,
  • catnap
  • ,
  • cat sleep
  • ,
  • forty winks
  • ,
  • short sleep
  • ,
  • snooze

1. Ύπνος για σύντομο χρονικό διάστημα (συνήθως όχι στο κρεβάτι)

συνώνυμο:
  • υπνάκοσ,
  • κατνάπ,
  • ύπνος γάτας,
  • σαράντα βαρούλκα,
  • σύντομος ύπνος,
  • αποπνίγω

verb

1. Sleep lightly or for a short period of time

    synonym:
  • snooze
  • ,
  • drowse
  • ,
  • doze

1. Κοιμηθείτε ελαφρά ή για μικρό χρονικό διάστημα

συνώνυμο:
  • αποπνίγω,
  • περιηγηθείτε,
  • ντόζα