Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Snare

/snɛr/

noun

1. Something (often something deceptively attractive) that catches you unawares

  • "The exam was full of trap questions"
  • "It was all a snare and delusion"
    synonym:
  • trap
  • ,
  • snare

1. Κάτι (συχνά κάτι απατηλά ελκυστικό) που σας πιάνει ξετυλίγει

  • "Η εξέταση ήταν γεμάτη ερωτήσεις παγίδα"
  • "Ήταν όλα ένα παραλήρημα και μια ψευδαίσθηση"
συνώνυμο:
  • παγίδα,
  • παραπονιέμαι

2. A small drum with two heads and a snare stretched across the lower head

    synonym:
  • snare drum
  • ,
  • snare
  • ,
  • side drum

2. Ένα μικρό τύμπανο με δύο κεφάλια και ένα τεντωμένο στο κάτω κεφάλι

συνώνυμο:
  • τύμπανο,
  • παραπονιέμαι,
  • πλευρικό τύμπανο

3. A surgical instrument consisting of wire hoop that can be drawn tight around the base of polyps or small tumors to sever them

  • Used especially in body cavities
    synonym:
  • snare

3. Ένα χειρουργικό όργανο που αποτελείται από στεφάνη σύρματος που μπορεί να τραβηχτεί σφιχτά γύρω από τη βάση πολύποδων ή μικρών όγκων

  • Χρησιμοποιείται ειδικά σε κοιλότητες σώματος
συνώνυμο:
  • παραπονιέμαι

4. Strings stretched across the lower head of a snare drum

  • They make a rattling sound when the drum is hit
    synonym:
  • snare

4. Οι χορδές τεντώνονται στο κάτω κεφάλι ενός τυμπάνου

  • Κάνουν έναν ήχο κουδουνίσματος όταν χτυπάει το τύμπανο
συνώνυμο:
  • παραπονιέμαι

5. A trap for birds or small mammals

  • Often has a slip noose
    synonym:
  • snare
  • ,
  • gin
  • ,
  • noose

5. Μια παγίδα για τα πουλιά ή τα μικρά θηλαστικά

  • Συχνά έχει μια θηλιά ολίσθησης
συνώνυμο:
  • παραπονιέμαι,
  • τζιν,
  • νουά

verb

1. Catch in or as if in a trap

  • "The men trap foxes"
    synonym:
  • trap
  • ,
  • entrap
  • ,
  • snare
  • ,
  • ensnare
  • ,
  • trammel

1. Πιάσε μέσα ή σαν σε παγίδα

  • "Οι άνδρες παγιδεύουν αλεπούδες"
συνώνυμο:
  • παγίδα,
  • παγιδεύω,
  • παραπονιέμαι,
  • εντάσσω,
  • τραμελέ

2. Entice and trap

  • "The car salesman had snared three potential customers"
    synonym:
  • hook
  • ,
  • snare

2. Παγίδα και δέλεαρ

  • "Ο πωλητής του αυτοκινήτου είχε προσελκύσει τρεις πιθανούς πελάτες"
συνώνυμο:
  • γάντζος,
  • παραπονιέμαι