Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "slavery" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "δουλεία" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Slavery

[Δουλεία]
/slevəri/

noun

1. The state of being under the control of another person

    synonym:
  • bondage
  • ,
  • slavery
  • ,
  • thrall
  • ,
  • thralldom
  • ,
  • thraldom

1. Η κατάσταση του να είναι κάτω από τον έλεγχο ενός άλλου ατόμου

συνώνυμο:
  • δουλεία,
  • δουλεία,
  • παραλία,
  • θράλντομ,
  • παλαιότητα

2. The practice of owning slaves

    synonym:
  • slavery
  • ,
  • slaveholding

2. Η πρακτική της ιδιοκτησίας σκλάβων

συνώνυμο:
  • δουλεία,
  • σκλάβων

3. Work done under harsh conditions for little or no pay

    synonym:
  • slavery

3. Εργασία που γίνεται υπό σκληρές συνθήκες για λίγη ή καθόλου αμοιβή

συνώνυμο:
  • δουλεία

Examples of using

War is peace. Freedom is slavery. Ignorance is strength.
Ο πόλεμος είναι ειρήνη. Η ελευθερία είναι δουλεία. Η άγνοια είναι δύναμη.
They opposed any further spread of slavery.
Αντιτάχθηκαν σε οποιαδήποτε περαιτέρω εξάπλωση της δουλείας.
She was born just a generation past slavery. A time when there were no cars on the road or planes in the sky, when someone like her couldn't vote for two reasons: because she was a woman, and because of the color of her skin.
Γεννήθηκε μόνο μια γενιά πέρα από τη δουλεία. Μια εποχή που δεν υπήρχαν αυτοκίνητα στο δρόμο ή αεροπλάνα στον ουρανό, όταν κάποιος σαν αυτήν δεν μπορούσε να ψηφίσει για δύο λόγους, λόγω του χρώματος του δέρματός της.