Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Slant

/slænt/

noun

1. A biased way of looking at or presenting something

    synonym:
  • slant
  • ,
  • angle

1. Ένας προκατειλημμένος τρόπος να κοιτάξετε ή να παρουσιάσετε κάτι

συνώνυμο:
  • πλάγια,
  • γωνία

2. Degree of deviation from a horizontal plane

  • "The roof had a steep pitch"
    synonym:
  • pitch
  • ,
  • rake
  • ,
  • slant

2. Βαθμός απόκλισης από οριζόντιο επίπεδο

  • "Η οροφή είχε ένα απότομο γήπεδο"
συνώνυμο:
  • πίσσα,
  • τσουγκράνα,
  • πλάγια

verb

1. Lie obliquely

  • "A scar slanted across his face"
    synonym:
  • slant

1. Λυγερόσ

  • "Μια ουλή πετάχτηκε στο πρόσωπό του"
συνώνυμο:
  • πλάγια

2. Present with a bias

  • "He biased his presentation so as to please the share holders"
    synonym:
  • slant
  • ,
  • angle
  • ,
  • weight

2. Παρουσιάζω με μια προκατάληψη

  • "Μερολάβησε την παρουσίασή του ώστε να ευχαριστήσει τους κατόχους μετοχών"
συνώνυμο:
  • πλάγια,
  • γωνία,
  • βάρος

3. To incline or bend from a vertical position

  • "She leaned over the banister"
    synonym:
  • lean
  • ,
  • tilt
  • ,
  • tip
  • ,
  • slant
  • ,
  • angle

3. Για να κλίση ή να κάμψει από μια κάθετη θέση

  • "Άκουμπησε πάνω από το κάγκελο"
συνώνυμο:
  • άνετοσ,
  • κλίση,
  • συμβουλή,
  • πλάγια,
  • γωνία

4. Heel over

  • "The tower is tilting"
  • "The ceiling is slanting"
    synonym:
  • cant
  • ,
  • cant over
  • ,
  • tilt
  • ,
  • slant
  • ,
  • pitch

4. Τακούνι

  • "Ο πύργος γέρνει"
  • "Το ταβάνι κλίνει"
συνώνυμο:
  • δεν μπορώ,
  • παρακαλώ,
  • κλίση,
  • πλάγια,
  • πίσσα