Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Slain

/slen/

noun

1. People who have been slain (as in battle)

    synonym:
  • slain

1. Άνθρωποι που έχουν σκοτωθεί (ας στη μάχη)

συνώνυμο:
  • σκοτώθηκε

adjective

1. Killed

  • `slain' is formal or literary as in "slain warriors"
  • "A picture of st. george and the slain dragon"
    synonym:
  • slain

1. Σκοτώθηκε

  • Η σκανδάλη είναι τυπική ή λογοτεχνική όπως στους "σκαμμένους πολεμιστές"
  • "Μια εικόνα του στ. ο γιώργος και ο φονικός δράκος"
συνώνυμο:
  • σκοτώθηκε