Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Skinned

/skɪnd/

adjective

1. Having skin of a specified kind

    synonym:
  • skinned

1. Δέρμα συγκεκριμένου τύπου

συνώνυμο:
  • ξεφλουδίζω