Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Ski

/ski/

noun

1. Narrow wood or metal or plastic runners used in pairs for gliding over snow

    synonym:
  • ski

1. Στενοί δρομείς ξύλου ή μετάλλου ή πλαστικού που χρησιμοποιούνται σε ζεύγη για την ολίσθηση πάνω από το χιόνι

συνώνυμο:
  • σκι

verb

1. Move along on skis

  • "We love to ski the rockies"
  • "My children don't ski"
    synonym:
  • ski

1. Προχωρήστε στα σκι

  • "Μας αρέσει να κάνουμε σκι στους βράχους"
  • "Τα παιδιά μου δεν κάνουν σκι"
συνώνυμο:
  • σκι

Examples of using

Can you ski?
Μπορείτε να κάνετε σκι?
At five years old he already knew how to ski.
Σε ηλικία πέντε ετών ήξερε ήδη πώς να κάνει σκι.
Do you ski?
Κάνεις σκι?