Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "sister" into Greek language

Μετάφραση που σημαίνει & ορισμός της λέξης "αδελφή" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Sister

[Αδελφή]
/sɪstər/

noun

1. A female person who has the same parents as another person

  • "My sister married a musician"
    synonym:
  • sister
  • ,
  • sis

1. Ένα θηλυκό άτομο που έχει τους ίδιους γονείς με ένα άλλο άτομο

  • "Η αδερφή μου παντρεύτηκε έναν μουσικό"
    συνώνυμο:
  • αδερφή
  • ,
  • sis

2. (roman catholic church) a title given to a nun (and used as a form of address)

  • "The sisters taught her to love god"
    synonym:
  • Sister

2. (ρωμαιοκαθολική εκκλησία) τίτλος που δόθηκε σε μοναχή (και χρησιμοποιήθηκε ως μορφή προσφώνησης)

  • "Οι αδελφές της έμαθαν να αγαπά τον θεό"
    συνώνυμο:
  • Αδελφή

3. A female person who is a fellow member of a sorority or labor union or other group

  • "None of her sisters would betray her"
    synonym:
  • sister

3. Γυναίκα που είναι μέλος αδελφότητας ή εργατικού σωματείου ή άλλης ομάδας

  • "Καμία από τις αδερφές της δεν θα την πρόδιδε"
    συνώνυμο:
  • αδερφή

4. (slang) sometimes used as a term of address for attractive young women

    synonym:
  • baby
  • ,
  • babe
  • ,
  • sister

4. (αργκό) μερικές φορές χρησιμοποιείται ως όρος διεύθυνσης για ελκυστικές νεαρές γυναίκες

    συνώνυμο:
  • μωρό μου
  • ,
  • μωρό
  • ,
  • αδερφή

Examples of using

You're like a sister to me.
Είσαι σαν αδερφή μου.
She wasn't your sister.
Δεν ήταν αδερφή σου.
I'm not as slim as my older sister.
Δεν είμαι τόσο αδύνατη όσο η μεγαλύτερη αδερφή μου.