Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Shrug

/ʃrəg/

noun

1. A gesture involving the shoulders

    synonym:
  • shrug

1. Μια χειρονομία που περιλαμβάνει τους ώμους

συνώνυμο:
  • αποφεύγω

verb

1. Raise one's shoulders to indicate indifference or resignation

    synonym:
  • shrug

1. Σηκώστε τους ώμους σας για να δείξετε αδιαφορία ή παραίτηση

συνώνυμο:
  • αποφεύγω