Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Shoe

/ʃu/

noun

1. Footwear shaped to fit the foot (below the ankle) with a flexible upper of leather or plastic and a sole and heel of heavier material

    synonym:
  • shoe

1. Υποδήματα σε σχήμα ποδιού (κάτω από τον αστράγαλο) με εύκαμπτο πάνω μέρος από δέρμα ή πλαστικό και σόλα και φτέρνα από βαρύτερο υλικό

συνώνυμο:
  • παπούτσι

2. (card games) a case from which playing cards are dealt one at a time

    synonym:
  • shoe

2. (παιχνίδια κάρτα) μια περίπτωση από την οποία μοιράζονται οι κάρτες παιχνιδιού ένα κάθε φορά

συνώνυμο:
  • παπούτσι

3. U-shaped plate nailed to underside of horse's hoof

    synonym:
  • horseshoe
  • ,
  • shoe

3. Πλάκα σε σχήμα καρφωμένη για να κάτω από την οπλή του αλόγου

συνώνυμο:
  • πέταλο,
  • παπούτσι

4. A restraint provided when the brake linings are moved hydraulically against the brake drum to retard the wheel's rotation

    synonym:
  • brake shoe
  • ,
  • shoe
  • ,
  • skid

4. Ένας περιορισμός που παρέχεται όταν οι επενδύσεις φρένων κινούνται υδραυλικά ενάντια στο τύμπανο φρένων για να επιβραδυνθεί

συνώνυμο:
  • παπούτσι φρένων,
  • παπούτσι,
  • αποφλοίωση

verb

1. Furnish with shoes

  • "The children were well shoed"
    synonym:
  • shoe

1. Έπιπλα με παπούτσια

  • "Τα παιδιά ήταν καλά φωναγμένα"
συνώνυμο:
  • παπούτσι

Examples of using

Where's my other shoe?
Πού είναι το άλλο μου παπούτσι?
There's a rock in my shoe.
Υπάρχει ένας βράχος στο παπούτσι μου.
Tie your shoe.
Δέστε το παπούτσι σας.