Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Sheath

/ʃiθ/

noun

1. A protective covering (as for a knife or sword)

    synonym:
  • sheath

1. Ένα προστατευτικό κάλυμμα ( για ένα μαχαίρι ή σπαθί)

συνώνυμο:
  • θήκη

2. An enveloping structure or covering enclosing an animal or plant organ or part

    synonym:
  • sheath
  • ,
  • case

2. Μια δομή περιβάλλοντος ή που καλύπτει ένα ζωικό ή φυτικό όργανο ή μέρος

συνώνυμο:
  • θήκη,
  • περίπτωση

3. A dress suitable for formal occasions

    synonym:
  • cocktail dress
  • ,
  • sheath

3. Ένα φόρεμα κατάλληλο για επίσημες περιστάσεις

συνώνυμο:
  • κοκτέιλ φόρεμα,
  • θήκη