Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Shearing

/ʃɪrɪŋ/

noun

1. Removing by cutting off or clipping

    synonym:
  • shearing

1. Αφαίρεση με την κοπή ή το κόψιμο

συνώνυμο:
  • κουρά

Examples of using

Tom is shearing the sheep.
Ο Τομ κουράζει τα πρόβατα.