Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "shadow" into Greek language

Μετάφραση έννοια & ορισμός της λέξης "σκιά" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Shadow

[Σκιά]
/ʃædoʊ/

noun

1. Shade within clear boundaries

    synonym:
  • shadow

1. Σκιά μέσα σε καθαρά όρια

    συνώνυμο:
  • σκιά

2. An unilluminated area

  • "He moved off into the darkness"
    synonym:
  • darkness
  • ,
  • dark
  • ,
  • shadow

2. Μια μη φωτισμένη περιοχή

  • "Πέρασε στο σκοτάδι"
    συνώνυμο:
  • σκοτάδι
  • ,
  • σκοτεινός
  • ,
  • σκιά

3. Something existing in perception only

  • "A ghostly apparition at midnight"
    synonym:
  • apparition
  • ,
  • phantom
  • ,
  • phantasm
  • ,
  • phantasma
  • ,
  • fantasm
  • ,
  • shadow

3. Κάτι που υπάρχει μόνο στην αντίληψη

  • "Μια απόκοσμη οπτασία τα μεσάνυχτα"
    συνώνυμο:
  • οπτασία
  • ,
  • φάντασμα
  • ,
  • φαντασία
  • ,
  • σκιά

4. A premonition of something adverse

  • "A shadow over his happiness"
    synonym:
  • shadow

4. Ένα προαίσθημα για κάτι δυσμενές

  • "Μια σκιά πάνω από την ευτυχία του"
    συνώνυμο:
  • σκιά

5. An indication that something has been present

  • "There wasn't a trace of evidence for the claim"
  • "A tincture of condescension"
    synonym:
  • trace
  • ,
  • vestige
  • ,
  • tincture
  • ,
  • shadow

5. Μια ένδειξη ότι κάτι υπήρξε παρόν

  • "Δεν υπήρχε ίχνος αποδεικτικών στοιχείων για τον ισχυρισμό"
  • "Βάμμα συγκατάβασης"
    συνώνυμο:
  • ίχνος
  • ,
  • απομεινάρι
  • ,
  • βάμμα
  • ,
  • σκιά

6. Refuge from danger or observation

  • "He felt secure in his father's shadow"
    synonym:
  • shadow

6. Καταφύγιο από κίνδυνο ή παρατήρηση

  • "Ένιωθε ασφαλής στη σκιά του πατέρα του"
    συνώνυμο:
  • σκιά

7. A dominating and pervasive presence

  • "He received little recognition working in the shadow of his father"
    synonym:
  • shadow

7. Μια κυρίαρχη και διάχυτη παρουσία

  • "Έλαβε μικρή αναγνώριση δουλεύοντας στη σκιά του πατέρα του"
    συνώνυμο:
  • σκιά

8. A spy employed to follow someone and report their movements

    synonym:
  • tail
  • ,
  • shadow
  • ,
  • shadower

8. Ένας κατάσκοπος χρησιμοποίησε για να ακολουθήσει κάποιον και να αναφέρει τις κινήσεις του

    συνώνυμο:
  • ουρά
  • ,
  • σκιά
  • ,
  • σκιαστήρασ

9. An inseparable companion

  • "The poor child was his mother's shadow"
    synonym:
  • shadow

9. Ένας αχώριστος σύντροφος

  • "Το φτωχό παιδί ήταν η σκιά της μητέρας του"
    συνώνυμο:
  • σκιά

verb

1. Follow, usually without the person's knowledge

  • "The police are shadowing her"
    synonym:
  • shadow

1. Ακολουθήστε, συνήθως χωρίς τη γνώση του ατόμου

  • "Την σκιάζει η αστυνομία"
    συνώνυμο:
  • σκιά

2. Cast a shadow over

    synonym:
  • shadow
  • ,
  • shade
  • ,
  • shade off

2. Ρίξε μια σκιά πάνω

    συνώνυμο:
  • σκιά

3. Make appear small by comparison

  • "This year's debt dwarfs that of last year"
    synonym:
  • shadow
  • ,
  • overshadow
  • ,
  • dwarf

3. Κάντε να φαίνεται μικρή σε σύγκριση

  • "Το φετινό χρέος νανίζει αυτό του περασμένου έτους"
    συνώνυμο:
  • σκιά
  • ,
  • επισκιάζω
  • ,
  • νάνος

Examples of using

He fears his own shadow.
Φοβάται την ίδια του τη σκιά.
I think when death closes our eyes, we plunge into so powerful beams that in comparison with them even the sunlight seems like a shadow.
Νομίζω ότι όταν ο θάνατος κλείνει τα μάτια μας, βυθιζόμαστε σε τόσο ισχυρές δέσμες που σε σύγκριση με αυτές ακόμη και το φως του ήλιου μοιάζει με σκιά.
Fear your own shadow.
Φοβάστε την ίδια σας τη σκιά.