Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Sewed

/soʊd/

adjective

1. Fastened with stitches

    synonym:
  • sewed
  • ,
  • sewn
  • ,
  • stitched

1. Στερεωμένο με ράμματα

συνώνυμο:
  • ράβω,
  • ραμμένος,
  • ραμμένο

Examples of using

She sewed a button on.
Έριξε ένα κουμπί.
Her mother sewed a skirt for her.
Η μητέρα της της έραψε μια φούστα για εκείνη.