Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Seven

/sɛvən/

noun

1. The cardinal number that is the sum of six and one

    synonym:
  • seven
  • ,
  • 7
  • ,
  • VII
  • ,
  • sevener
  • ,
  • heptad
  • ,
  • septet
  • ,
  • septenary

1. Ο καρδινάλιος αριθμός που είναι το άθροισμα έξι και ενός

συνώνυμο:
  • επτά,
  • 7,
  • ΒΊΟΣ,
  • σέβενερ,
  • επτάδα,
  • επτά,
  • επταετηρίδα

2. One of four playing cards in a deck with seven pips on the face

    synonym:
  • seven-spot
  • ,
  • seven

2. Μία από τις τέσσερις κάρτες παιχνιδιού σε ένα κατάστρωμα με επτά κουκούλες στο πρόσωπο

συνώνυμο:
  • επτά σημεία,
  • επτά

adjective

1. Being one more than six

    synonym:
  • seven
  • ,
  • 7
  • ,
  • vii

1. Είναι ένα περισσότερα από έξι

συνώνυμο:
  • επτά,
  • 7,
  • βι

Examples of using

Tom is seven, Mary is eleven. How many years will it be until Tom becomes older than Mary?
Ο Τομ είναι επτά ετών, η Μαίρη έντεκα. Πόσα χρόνια θα είναι μέχρι ο Τομ να μεγαλώσει από τη Μαρία?
Frederick Chopin created his first musical composition when he was seven.
Ο Φρειδερίκος Σοπέν δημιούργησε την πρώτη του μουσική σύνθεση όταν ήταν επτά ετών.
It's nearly seven o'clock. We have to go to school.
Είναι σχεδόν επτά η ώρα. Πρέπει να πάμε σχολείο.