Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Serviceable

/sərvəsəbəl/

adjective

1. Ready for service or able to give long service

  • "Serviceable equipment"
  • "Heavy serviceable fabrics"
    synonym:
  • serviceable

1. Έτοιμο για υπηρεσία ή ικανό να προσφέρει μεγάλη εξυπηρέτηση

  • "Εξοπλισμός υπηρεσίας"
  • "Βαριά εξυπηρετικά υφάσματα"
συνώνυμο:
  • εξυπηρετούμενοσ

2. Capable of being put to good use

  • "A serviceable kitchen gadget"
    synonym:
  • serviceable

2. Ικανό να τεθεί σε καλή χρήση

  • "Ένα εξυπηρετικό παζλ κουζίνας"
συνώνυμο:
  • εξυπηρετούμενοσ

3. Intended or able to serve a purpose without elaboration

  • "Serviceable low-heeled shoes"
    synonym:
  • serviceable

3. Προορίζεται ή είναι σε θέση να εξυπηρετήσει ένα σκοπό χωρίς επεξεργασία

  • "Εξυπηρετικά χαμηλόμετρα παπούτσια"
συνώνυμο:
  • εξυπηρετούμενοσ