Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Serpentine

/sərpəntaɪn/

adjective

1. Resembling a serpent in form

  • "A serpentine wall"
  • "Snaky ridges in the sand"
    synonym:
  • serpentine
  • ,
  • snaky
  • ,
  • snakelike

1. Μοιάζει με φίδι σε μορφή

  • "Σερπεντίνος τοίχος"
  • "Σνακ κορυφογραμμές στην άμμο"
συνώνυμο:
  • σερπεντίνη,
  • αποτυχημένοσ,
  • αναβλύζω