Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Serenely

/sərinəli/

adverb

1. In a peacefully serene manner

  • "I had the feeling that he was waiting, too--serenely patient"
    synonym:
  • serenely

1. Με ειρηνικά γαλήνιο τρόπο

  • "Είχα την αίσθηση ότι περίμενε, πολύ έντονα υπομονετικός"
συνώνυμο:
  • γαλήνια