Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Sere

/sɪr/

adjective

1. (used especially of vegetation) having lost all moisture

  • "Dried-up grass"
  • "The desert was edged with sere vegetation"
  • "Shriveled leaves on the unwatered seedlings"
  • "Withered vines"
    synonym:
  • dried-up
  • ,
  • sere
  • ,
  • sear
  • ,
  • shriveled
  • ,
  • shrivelled
  • ,
  • withered

1. (χρησιμοποιείται ιδιαίτερα από βλάστηση) έχοντας χάσει όλη την υγρασία

  • "Αποξηραμένο γρασίδι"
  • "Η έρημος ήταν γεμάτη βλάστηση"
  • "Φύλλα με κίτρινο χρώμα στα ανεπαίσθητα φυτά"
  • "Απασχολημένα αμπέλια"
συνώνυμο:
  • αποξηραμένα,
  • σερ,
  • επιστρέφω,
  • ζαρωμένος,
  • ζαρωμένο,
  • ξηραίνω