Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Sending

/sɛndɪŋ/

noun

1. The act of causing something to go (especially messages)

    synonym:
  • sending

1. Η πράξη της πρόκλησης κάτι να πάει (ειδικά μηνύματα)

συνώνυμο:
  • αποστολή

Examples of using

Mount Etna has erupted, sending lava and ash plumes into the Sicilian sky.
Το όρος Αίτνα έχει εκραγεί, στέλνοντας λάβα και τέφρα στον ουρανό της Σικελίας.
I am sending the invoice by fax.
Στέλνω το τιμολόγιο με φαξ.
Tom is sending a fax.
Ο Τομ στέλνει φαξ.