Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Selfless

/sɛlfləs/

adjective

1. Showing unselfish concern for the welfare of others

    synonym:
  • altruistic
  • ,
  • selfless

1. Δείχνοντας ανιδιοτελή ανησυχία για την ευημερία των άλλων

συνώνυμο:
  • αλτρουιστική,
  • ανιδιοτελής