Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Sect

/sɛkt/

noun

1. A subdivision of a larger religious group

    synonym:
  • sect
  • ,
  • religious sect
  • ,
  • religious order

1. Υποδιαίρεση μιας μεγαλύτερης θρησκευτικής ομάδας

συνώνυμο:
  • αίρεση,
  • θρησκευτική αίρεση,
  • θρησκευτική τάξη

2. A dissenting clique

    synonym:
  • faction
  • ,
  • sect

2. Μια διαφωνούσα κλίκα

συνώνυμο:
  • φατρία,
  • αίρεση

Examples of using

I didn't know that depending on which sect they belong to, priests don't necessarily have to shave their head.
Δεν ήξερα ότι ανάλογα με την αίρεση στην οποία ανήκουν, οι ιερείς δεν χρειάζεται απαραίτητα να ξυρίσουν το κεφάλι τους.
I didn't know that depending on which sect they belong to, priests don't necessarily have to shave their head.
Δεν ήξερα ότι ανάλογα με την αίρεση στην οποία ανήκουν, οι ιερείς δεν χρειάζεται απαραίτητα να ξυρίσουν το κεφάλι τους.