Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "screwball" into Greek language

Μεταφραστική έννοια και ορισμός της λέξης "βίδα" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Screwball

[Σκλήρα]
/skrubɔl/

noun

1. A whimsically eccentric person

    synonym:
  • crackpot
  • ,
  • crank
  • ,
  • nut
  • ,
  • nut case
  • ,
  • fruitcake
  • ,
  • screwball

1. Ένα παράξενο εκκεντρικό άτομο

συνώνυμο:
  • παλιοκόπτησ,
  • στρόφαλοσ,
  • καρύδι,
  • θήκη καρυδιού,
  • φρούτων,
  • βίδα

2. A pitch with reverse spin that curves toward the side of the plate from which it was thrown

    synonym:
  • screwball

2. Μια πίσσα με αντίστροφη περιστροφή που καμπυλώνει προς την πλευρά της πλάκας από την οποία ρίχτηκε

συνώνυμο:
  • βίδα

adjective

1. Foolish

  • Totally unsound
  • "A crazy scheme"
  • "Half-baked ideas"
  • "A screwball proposal without a prayer of working"
    synonym:
  • crazy
  • ,
  • half-baked
  • ,
  • screwball
  • ,
  • softheaded

1. Ανόητος

  • Εντελώς ανεπιθύμητος
  • "Ένα τρελό σχέδιο"
  • "Μισές ψημένες ιδέες"
  • "Μια πρόταση βίδας χωρίς προσευχή εργασίας"
συνώνυμο:
  • τρελός,
  • μισό ψημένο,
  • βίδα,
  • απαλός