Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Scowling

/skaʊlɪŋ/

adjective

1. Sullen or unfriendly in appearance

    synonym:
  • beetle-browed
  • ,
  • scowling

1. Ανόητος ή εχθρικός στην εμφάνιση

συνώνυμο:
  • φρύδι,
  • πεταλούδα