Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Scandal

/skændəl/

noun

1. Disgraceful gossip about the private lives of other people

    synonym:
  • scandal
  • ,
  • dirt
  • ,
  • malicious gossip

1. Επαίσχυντο κουτσομπολιό για την ιδιωτική ζωή άλλων ανθρώπων

συνώνυμο:
  • σκάνδαλο,
  • βρωμιά,
  • κακόβουλο κουτσομπολιό

2. A disgraceful event

    synonym:
  • scandal
  • ,
  • outrage

2. Ένα ντροπιαστικό γεγονός

συνώνυμο:
  • σκάνδαλο,
  • οργή

Examples of using

She created a scandal out of the blue.
Δημιούργησε ένα σκάνδαλο από το μπλε.
I don't think Tom was involved in the scandal.
Δεν νομίζω ότι ο Τομ είχε εμπλακεί στο σκάνδαλο.
His clinic has lost many patients since the scandal.
Η κλινική του έχει χάσει πολλούς ασθενείς από το σκάνδαλο.