Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "savor" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "σωτήρας" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Savor

[Σωτήρασ]
/sevər/

noun

1. The taste experience when a savoury condiment is taken into the mouth

    synonym:
  • relish
  • ,
  • flavor
  • ,
  • flavour
  • ,
  • sapidity
  • ,
  • savor
  • ,
  • savour
  • ,
  • smack
  • ,
  • nip
  • ,
  • tang

1. Η γευστική εμπειρία όταν ένα αλμυρό καρύκευμα λαμβάνεται στο στόμα

συνώνυμο:
  • απολαμβάνω,
  • γεύση,
  • γεύση,
  • χυμώδεσ,
  • γεύση,
  • απολαμβάνω,
  • αποστραγγίζω,
  • νιπ,
  • τανγκ

verb

1. Derive or receive pleasure from

  • Get enjoyment from
  • Take pleasure in
  • "She relished her fame and basked in her glory"
    synonym:
  • enjoy
  • ,
  • bask
  • ,
  • relish
  • ,
  • savor
  • ,
  • savour

1. Αντλήστε ή λάβετε ευχαρίστηση από

  • Πάρτε την απόλαυση από
  • Ευχαριστώ
  • "Απολάμβανε τη φήμη της και βασίστηκε στη δόξα της"
συνώνυμο:
  • απολαμβάνω,
  • μπασκ,
  • απολαμβάνω,
  • γεύση,
  • απολαμβάνω

2. Have flavor

  • Taste of something
    synonym:
  • taste
  • ,
  • savor
  • ,
  • savour

2. Έχω γεύση

  • Γεύση από κάτι
συνώνυμο:
  • γεύση,
  • γεύση,
  • απολαμβάνω

3. Taste appreciatively

  • "Savor the soup"
    synonym:
  • savor
  • ,
  • savour

3. Γεύση εκτιμητικά

  • "Ξεράστε τη σούπα"
συνώνυμο:
  • γεύση,
  • απολαμβάνω

4. Give taste to

    synonym:
  • savor
  • ,
  • savour

4. Δίνω γεύση

συνώνυμο:
  • γεύση,
  • απολαμβάνω