Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Savant

/səvɑnt/

noun

1. Someone who has been admitted to membership in a scholarly field

    synonym:
  • initiate
  • ,
  • learned person
  • ,
  • pundit
  • ,
  • savant

1. Κάποιος που έχει γίνει δεκτός για να συμμετάσχει σε ακαδημαϊκό πεδίο

συνώνυμο:
  • ξεκινώ,
  • έμαθε πρόσωπο,
  • παντίτη,
  • σαβάν