Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Sauerkraut

/saʊərkraʊt/

noun

1. Shredded cabbage fermented in brine

    synonym:
  • sauerkraut

1. Τεμαχισμένο λάχανο που ζυμώνεται σε άλμη

συνώνυμο:
  • λάχανο